Πώς η διατροφή επηρεάζει τη ψυχική μας διάθεση


Ευγενία Ηλιάδου, Διατροφολόγος – Κλινική Διαιτολόγος, Mediterraneo Hospital

diatrofh - psyxikh dia8eshΜια αδιαπραγμάτευτη σχέση ζωής συνιστά η διατροφή με τη ψυχική μας διάθεση. Η αλληλεπίδραση αυτής της σχέσης διαφαίνεται άμεσα στα ποσοστά της ενεργητικότητας, της σωματικής υγείας, της κοινωνικότητας και της ψυχικής μας ανάτασης. Γι’ αυτό το λόγο η όποια τροποποίηση της διατροφής μας δεν είναι εύκολη υπόθεση.

Αναρωτηθήκαμε άραγε ποτέ «πότε τρώμε» και «γιατί τρώμε»; Ο ρόλος της τροφής – γεύσης πέρα από ρόλος συντήρησης αποτελεί και μηχανισμό προστασίας για τον ανθρώπινο μηχανισμό. Τρώμε λιγότερο οργανικά και περισσότερο συναισθηματικά.
Τι συμβαίνει όμως όταν διαταράσσεται η συνεργασία τροφής – εαυτού και καταλήγει να γίνεται μάχη με την ίδια τη ζωή; Η σχέση μας με την τροφή είναι αυτόματα σχέση ελέγχου. Όταν επιβληθώ στην τροφή κι όχι η τροφή σε εμένα δύναμαι να επιβληθώ στους άλλους αλλά/και όχι σε εμένα. Πιο απλά η υπερβολή και η αντιστάθμισή της ξεκινά και μαζί της οι Διαταραχές Διατροφής. Τα επαναλαμβανόμενα μοτίβα στον τρόπο σίτισης δημιουργούν σχήματα αντίστοιχα με της συνεργασίας και εμπιστοσύνης στον εαυτό. Και φυσικά όσο περισσότερο συμμετέχω εγώ με εμένα σε θέματα για εμένα που αφορούν τη διατροφή μου, τόσο αυξάνεται η αυτοπεποίθηση, η αυτονομία και η ψυχική μου ευφορία.

Υπάρχουν αρκετοί μηχανισμοί που μέχρι σήμερα γνωρίζουμε ότι επηρεάζουν τη συμπεριφορά του ανθρώπου ως προς το φαγητό αλλά οι μηχανισμοί ‘κλειδιά’ για να κατανοήσουμε καλύτερα αυτή τη σχέση είναι ο μηχανισμός της γλυκόζης και της σεροτονίνης. Η έκκριση ινσουλίνης δύναται να αλλάξει τη βιοχημεία στον οργανισμό και να οδηγήσει σε υπογλυκαιμία ή υπερινσουλιναιμία, εφόσον τα πέντε ημερήσια γεύματα δεν κατανεμηθούν με τέτοιο τρόπο ώστε να διασφαλίζεται παράλληλα η σωστή έκκριση της σεροτονίνης (της ορμόνης που είναι από τους βασικότερους ρυθμιστές της πείνας και κορεσμού). Η εξισορρόπηση των τριών κύριων γευμάτων οδηγεί στο να έχουμε εμείς τον έλεγχο, να είμαστε χαρούμενοι και να μη πεινάμε, ενώ τα δυο ενδιάμεσα γεύματα εξασφαλίζουν σταθερά τα επίπεδα της γλυκόζης στο σώμα. Ο μηχανισμός της πείνας και του κορεσμού στον ανθρώπινο οργανισμό λειτουργεί με τέτοιο τρόπο ώστε στην πραγματικότητα να έχουμε ένα σταθερό και μόνιμο βάρος. Οι διατροφικές μας επιλογές παίζουν καθοριστικό ρόλο σε αυτή τη διαδικασία.

Η τρυπτοφάνη, το αμινοξύ πρόδρομος για τη σύνθεση της σεροτονίνης συναντάται κυρίως σε πρωτεϊνούχες τροφές όπως γαλακτοκομικά προϊόντα, κόκκινο κρέας, πουλερικά, ψάρια, όσπρια, φασόλια σόγιας, ξηροί καρποί, βρώμη και σοκολάτα.
Οι υδατάνθρακες συμβάλλουν στην αύξηση των επιπέδων σεροτονίνης, εξαιτίας της ικανότητάς τους να αυξάνουν την απορρόφηση της τρυπτοφάνης. Τα δημητριακά ολικής αλέσεως και προϊόντα τους, λόγω της υψηλής περιεκτικότητας τους σε φυτικές ίνες και βιταμίνες συμπλέγματος Β, επηρεάζουν θετικά την ψυχική μας διάθεση.Τροφές πλούσιες σε Ωμέγα 3 λιπαρά οξέα, όπως είναι τα λιπαρά ψάρια, οι ξηροί καρποί, (καθώς και τα έλαια τους τα οποία είναι πλούσια σε βιταμίνη Ε) ενισχύουν την ψυχική μας διάθεση. Ανεπαρκής κατανάλωση τροφών που περιέχουν ιχνοστοιχεία όπως το σελήνιο, μαγνήσιο και φολικό οξύ επηρεάζει αρνητικά την ψυχική μας διάθεση. Τροφές πλούσιες στα παραπάνω θρεπτικά συστατικά είναι οι πρωτεϊνες, τα προϊόντα ολικής αλέσεως και πράσινα φυλλώδη λαχανικά. Η μαύρη σοκολάτα διεγείρει την παραγωγή των ενδορφινών, ουσιών που παράγονται από τον ίδιο τον οργανισμό και προκαλούν ευφορία. Η βιταμίνη D ανεβάζει τα επίπεδα σεροτονίνης στον εγκέφαλο και συντίθεται κυρίως στο δέρμα από την έκθεση μας στην ηλιακή ακτινοβολία. Το υπόλοιπο που χρειάζεται ο οργανισμός λαμβάνεται από τροφές όπως τα λιπαρά ψάρια, το κόκκινο κρέας, ο κρόκος αυγού, οι μαργαρίνες και τα γαλακτοκομικά προϊόντα.

Βασικός στόχος είναι να καταφέρουμε να ρυθμίσουμε και πάλι όλες τις ισορροπίες μεταξύ όλων των θρεπτικών συστατικών που προσλαμβάνονται και των χημικών ουσιών που παράγονται με φυσικό τρόπο μέσα στον οργανισμό. Είναι πρωτεύουσα ανάγκη να επανεργοποιήσουμε τους φυσιολογικούς μηχανισμούς πείνας και κορεσμού που η φύση τους προόρισε να κατέχει ο άνθρωπος σαν αρχέγονο ένστικτο, έτσι ώστε να εξασφαλίζει μία μόνιμη ισορροπία μεταξύ του ιδίου και του περιβάλλοντός του.

Η εμφάνιση και η εικόνα σώματος μπορεί να οδηγήσει σε υπερενασχόληση με τη διατροφή και το βάρος. Η ψυχογενής ανορεξία, η νευρική βουλιμία, η αδηφαγική διαταραχή/συναισθηματική υπερφαγία και η παχυσαρκία είναι μερικά μόνο στοιχεία που καταδεικνύουν τη σχέση διάθεσης – διατροφής. Αρκετές είναι επίσης οι φορές όπου παράγοντες συν-νοσηρότητας επιτείνουν τα προβλήματα της διατροφής απαιτώντας παρακολούθηση από μια ομάδα ειδικών συμπεριλαμβανομένων διατροφολόγου, ψυχολόγου κι ενδοκρινολόγου.

Η Διατροφική Συμβουλευτική, η σύνδεση της διατροφικής συμπεριφοράς με σκέψεις και διαπροσωπικές ιδέες, η αξία του εαυτού και η εκπαίδευση σε συναφή θέματα μπορεί να ενθαρρύνουν μια προσέγγιση με γνώμονα τη ψυχική ευδιαθεσία. Η διαχείριση των συναισθημάτων και τα προσωπικά όρια ας τοποθετηθούν τόσο στη διατροφή όσο και στη φιλοσοφία ζωής μας.