Οστεοαρθρίτιδα του γόνατος

shutterstock_114098563-SMALLΠαναγιώτης Γ. Νταγιόπουλος, MD, PhD
Διευθυντής Ορθοπεδικής Κλινικής – Χειρουργική γόνατος & Αρθροσκοπική Αθλητική Τραυματολογία, Mediterraneo Hospital

Η οστεοαρθρίτιδα του γόνατος είναι η πάθηση εκείνη κατά την οποία ο αρθρικός χόνδρος μεταξύ των οστών του γόνατος έχει φθαρεί με αποτέλεσμα οι επιφάνειες των οστών αυτών να «ακουμπούν» μεταξύ τους. Αυτό προκαλεί πόνο και περιορισμό της κίνησης. Γενικά, η οστεοαρθρίτιδα του γόνατος είναι μια νόσος των ανθρώπων μεγαλύτερης ηλικίας. Αφορά, συνήθως, άτομα με αυξημένο σωματικό βάρος, ασθενείς με παλιούς τραυματισμούς ή που έχουν υποβληθεί σε προηγούμενες χειρουργικές επεμβάσεις κ.λπ., ενώ έχουν ενοχοποιηθεί και γενετικοί αλλά και ορμονικοί παράγοντες.

Όταν ο ασθενής με συμπτώματα οστεοαρθρίτιδας του γόνατος προσέρχεται στο ιατρείο με τις απαραίτητες ακτινολογικές εξετάσεις έχει μεγάλη σημασία η σωστή και λεπτομερής κλινική εξέταση από έναν ειδικό χειρουργό γόνατος. Πρέπει να γίνει κατανοητό ότι για τη θεραπεία της οστεοαρθρίτιδας του γόνατος χρειάζεται χειρουργική
επέμβαση. Αυτό συμβαίνει γιατί όταν τα δύο οστά «ακουμπούν» πλέον πραγματικά μεταξύ τους ο λόγος του πόνου είναι κυρίως μηχανικός και η θεραπεία πρέπει να αποσκοπεί σε τρόπους απομάκρυνσης των δύο οστών που φθείρονται. Ουσίες που λαμβάνονται από το στόμα ή που εγχύονται μέσα στην άρθρωση δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν την πραγματική αιτία της βλάβης. Παρ’ όλα αυτά, η αντιμετώπιση της οστεοαρθρίτιδας του γόνατος σε αρχικά στάδια μπορεί να είναι συμπτωματική. Δηλαδή, με τη βοήθεια του ορθοπαιδικού, ο ασθενής αλλάζει δραστηριότητες, λαμβάνει φάρμακα, πιθανώς κάνει εγχύσεις μέσα στο γόνατο με διάφορες ουσίες (προσοχή γιατί κρύβουν κινδύνους αν δεν πραγματοποιηθούν στο κατάλληλο άτομο και μπορεί να χάσει χρόνο ο ασθενής). Αυτά όμως απλά ανακουφίζουν –ορισμένες φορές– από τα συμπτώματα
του πόνου και αυτό μόνο παροδικά. Δηλαδή η εξέλιξη της οστεοαρθρίτιδας του γόνατος θα είναι η πλήρης φθορά του χόνδρου και του οστού. Αυτή η κατάσταση απαιτεί χειρουργική θεραπεία.

Η απόφαση για χειρουργική επέμβαση παίρνεται μαζί με τον ασθενή και όχι βασιζόμενοι μόνο στις ακτινογραφίες. Πρέπει να τονιστεί ότι χειρουργούμε ασθενείς και όχι ακτινογραφίες. Πλέον, οι σύγχρονες μέθοδοι, η χρήση υπολογιστών και η εφαρμογή ελάχιστα επεμβατικών τεχνικών όπου δεν τραυματίζουμε τους μυς της περιοχής μας επιτρέπουν να πραγματοποιούμε την επέμβαση με ευκολία και ταχύτητα και ο ασθενής να κινητοποιείται άμεσα. Κατά την επέμβαση αντικαθιστώνται μόνο οι φθαρμένες αρθρικές επιφάνειες, και όχι ολόκληρη η άρθρωση
του γόνατος, με μια πρόθεση που αποτελείται από ανθεκτικά μεταλλικά υλικά (μονοδιαμερισματική ή «ημιαρθροπλαστική»).

ΠΛΕΟΝΕΚΤΗΜΑΤΑ

• Οι ατραυματικές ή ελάχιστα επεμβατικές τεχνικές χωρίς τη διατομή του τετρακέφαλου μυ επιτρέπουν στον ασθενή να σηκώνεται την ίδιαμέρα της επέμβασης.

• Η εξέλιξη στην τεχνολογία των ορθοπαιδικών υλικών θέτει στη διάθεση των χειρουργών ανθεκτικά και ταυτόχρονα βιολογικά ευγενή υλικά που θα κρατήσουν για πολλές δεκαετίες (αρθροπλαστική επιφανείας, μονοδιαμερισματική αρθροπλαστική).

• Η χρήση υπολογιστών στην προετοιμασία της επέμβασης δίνει τη δυνατότητα να παραγγέλλονται κυριολεκτικά στα μέτρα του κάθε ασθενή προθέσεις και υλικά.

• Η ανάρρωση είναι ταχύτερη απ’ ό,τι παλιότερα. Η συνολική διάρκεια νοσηλείας είναι 2-3 μέρες. Στην περίπτωση της μονοδιαμερισματικής αρθροπλαστικής ο ασθενής εξέρχεται την επόμενη ημέρα της επέμβασης.

• Η μικρότερη χειρουργική τομή και η πραγματοποίηση της επέμβασης από εξειδικευμένο χειρουργό γόνατος οδηγεί σε μηδαμινή απώλεια αίματος χωρίς ανάγκη μετάγγισης. Αποτέλεσμα, γρηγορότερη επιστροφή στις καθημερινές δραστηριότητες μετά την έξοδο από το νοσοκομείο, η ανακούφιση από τον πόνο είναι άμεση. Ο ασθενής μπορεί να περπατήσει μόνος του, αν και ενθαρρύνεται να χρησιμοποιεί ένα βοήθημα για 15 μέρες, μέχρι να ανακτήσει πλήρως τον έλεγχο των μυών του. μπορεί ύστερα από 3 μέρες να κάνει μπάνιο και να «βρέξει» την τομή. Η επιστροφή στις καθημερινές δραστηριότητες ενθαρρύνεται και η φυσικοθεραπεία γίνεται 2-3 φορές την εβδομάδα, αν είναι εφικτό. Επιτρέπεται η οδήγηση σε 5 εβδομάδες από την επέμβαση, οπότε πραγματοποιείται και ο μετεγχειρητικός έλεγχος. Οι περισσότεροι ασθενείς επιστρέφουν σε επίπεδα πλήρους δραστηριότητας σε διάστημα 1,5-3 μηνών.