Λαπαροσκοπική Χειρουργική

Ιωάννης Δημητριάδης, Διευθυντής Γυναικολογικού Τμήματος του Mediterraneo Hospital, Bήμα του Σαρωνικού, 30 Δεκεμβρίου 2005

Τι ακριβώς είναι η λαπαροσκόπηση κ. Δημητριάδη και που εφαρμόζεται;
Πρόκειται για μια μέθοδο επισκόπησης της κοιλιακής κοιλότητας που γίνεται με γενική αναισθησία για διαγνωστικούς αλλά και θεραπευτικούς σκοπούς. Η μέθοδος αυτή εφαρμόζεται με το μέγιστο δυνατό σεβασμό στους ιστούς, αποφεύγοντας τις μεγάλες τομές των κλασικών επεμβάσεων. Στη διαγνωστική λαπαροσκόπηση γίνονται δύο μικρές τομές στο δέρμα-μία του ενός εκατοστού στον ομφαλό και άλλη μια του 0,5 εκατοστού στο τριχωτό του εφηβαίου. Στην περίπτωση της χειρουργικής γίνεται άλλη μία ή δύο τομές στα πλαϊνά της κοιλιάς. Στη συνέχεια εισάγεται μέσω του ομφαλού το λαπαροσκόπιο – ένας λεπτός σωλήνας με φακούς και κανάλι για φωτισμό, μήκους περίπου 30 εκ και επισκοπείται το εσωτερικό της κοιλιάς. Από τις άλλες τομές εισάγονται άλλα χειρουργικά μικροεργαλεία και με αυτό τον τρόπο γίνεται η οποιαδήποτε χειρουργική επέμβαση.

Από πότε εφαρμόζεται η συγκεκριμένη μέθοδος;
Στις αρχές το 20ού αιώνα έγιναν οι πρώτες προσπάθειες ενδοσκόπησης χωρίς όμως εντυπωσιακά αποτελέσματα, λόγω τεχνικών δυσκολιών. Η ενδοσκόπηση αναπτύχθηκε ραγδαία κατά τις τελευταίες τρεις δεκαετίες με την αλματώδη πρόοδο των οπτικών μέσων και του ψυχρού φωτισμού (οπτικές ίνες). Η γυναικολογική λαπαροσκόπηση άνθησε στις αρχές της δεκαετίας του 70 στις Ηνωμένες Πολιτείες, με την εφαρμογή της σαλπιγγικής στείρωσης για την οποία αρχικά χρειαζόταν παραμονή πολλών ημερών σε νοσοκομείο, ενώ με τη νέα τεχνική ήταν πλέον υπόθεση ενός πρωινού.

Ποια είναι τα πλεονεκτήματα της λαπαροσκόπησης έναντι των κλασσικών μεθόδων διάγνωσης και θεραπείας;
Στη σημερινή εποχή, όπου ο άνθρωπος πιέζεται από το χρόνο και την ανάγκη συνεχούς παρακολούθησης της δουλείας του έχει δοθεί μεγάλη έμφαση στην ταχύτητα διάγνωσης και θεραπείας καθώς και στην ποιότητα ζωής. Έπειτα από μια διαγνωστική λαπαροσκόπηση, η οποία διαρκεί από 10 εως 20 λεπτά, γίνεται παρακολούθηση λίγων ωρών πριν η ασθενης επιστρέψει στο σπίτι, χωρίς να χριεαστεί να εισαχθεί στο νοσοκομείο. Αν υποστεί χειρουργική λαπαροσκόπηση, τότε η παραμονή της στο νοσοκομείο ελαχιστοποιείται στη 1 ημέρα, με επαναφορά της σε πλήρη δραστηριότητα έπειτα από 1-2 εβδομάδες. Και στις δύο περιπτώσεις θα πρέπει να αφαιρεθούν τα ράμματα, που συνήθως είναι ένα σε κάθε τομή, έπειτα από 4-6 ημέρες. Τα πλεονεκτήματα λοιπόν είναι τα εξής:
– Οι μικρές τομές (0,5-1εκ.) ελαχιστοποιούν το τραύμα, με αποτέλεσμα αφενός την καλύτερη εξωτερική εμφάνιση σε άτομα που είτε την επιδιώκουν για επαγγελματικούς λόγους (π.χ. μοντέλα, ηθοποιοί) είτε για καθαρά εμφανισιακούς.
– Απουσία απώλειας αίματος και αιμορραγιών λόγω της μικροχειρουργικής υφής της συγκεκριμένης μεθόδου.
– Ο μετεγχειρητικός πόνος είναι ελάχιστος κι έτσι δεν υπάρχει η αίσθηση της ναυτίας και του εμετού που προκαλείται συνήθως από τη χορήγηση ισχυρών οπιοειδών παυσίπονων σε αντίστοιχες “ανοιχτής τομής” επεμβάσεις.
– Αποφυγή ενδοκοιλιακών συμφύσεων, που όπως είναι γνωστό προκαλούν συχνά στειρότητα, χρόνο κοιλιακό άλγος μέχρι και εντερικό ειλεό.
– Η λεπτομερέστατη οπτική επαφή του λαπαροσκοπίου, που σχεδόν εφάπτεται της βλάβης, μεγεθύνει τα σημεία που είναι σχεδόν απροσπέλαστα με την κλασική χειρουργική, δίνοντας το προβάδισμα στην εύρεση και διάγνωση εστιών ενδομητρίωσης, όπως και μικροσυμφύσεων στις σάλπιγγες και στις ωοθήκες σε περιπτώσεις υπογονιμότητας.
– Η ημερήσια παραμονή σε σύγκριση με 3-6 ημέρες σε περίπτωση ανοιχτής τομής με συνεπακόλουθη οικονομική επιβάρυνση των νοσηλειών εις βάρος της ασθενούς όπως και βελτίωση της ψυχολογίας της με την γρήγορη επανένταξη στο οικογενειακό περιβάλλον της.

Σε ποιές περιπτώσεις μπορεί να γίνει διαγνωστική λαπαροσκόπηση;
Η υπογονιμότητα είναι ο κύριος λόγος που θα ωθήσει το γυναικολόγο να ερευνήσει την ασθενή λαπαροσκοπικά. Με τον τρόπο αυτό ελέγχεται το εξωτερικό μέρος της μήτρας για τυχόν συγγενείς ανωμαλίες, οι ωοθήκες ή μη κηλίδων ενδομητρίωσης , οι κρώσσοι , το σχήμα και η διαβατότητα των σαλπίγγων με διατραχηλική έγχυση methylene blu, όπως επίσης ταχών ενδοκοιλιακές ή πυελικές συμφύσεις. Κατά την εξέταση αυτή, σε περιπτώσεις περισαλπιγγικών ή περιωηκικών λεπτών συμφύσεων είναι δυνατόν να προχωρήσουμε σε χειρουργική αντιμετώπιση και λύση αυτών, όπως επίσης δίάνοιξη των σαλπιγγικών κρώσσων. Αν δε βρεθεί ενδομητρίωση τότε σταδιοποιείται σύμφωνα με το AFS, (American Fertillty Society) και καυτηριάζεται με λέιζερ ή αφαιρείται, για να αυξηθούν οι πιθανότητες εγκυμοσύνης. Σε περιπτώσεις γυναικών με πολυκυστικές ωοθήκες που δεν ανταποκρίνονται σε φαρμακευτική θεραπεία, όπου παλαιότερα προτεινόταν σφηνοειδής εκτομή μέρους της ωοθήκης, τώρα με την λαπαροσκοπική μέθοδο, γίνονται μικρές οπές με διαθερμία, έχοντας τα ίδια αποτελέσματα αλλά χωρίς η γυναίκες που παραπονιόντουσαν για ενοχλήσεις και πόνους στην κάτω κοιλιακή χώρα ή δυσπαρεύνεια (πόνος κατά τη σεξουαλική επαφή) που δεν υποχωρούν με το χρόνο, υποβάλλονται σε λαπαροσκοπική εξέταση όπου μπορεί να βρεθεί χρόνια πυελική φλεγμονή με βλάβες στις σάλιγγες και πολλαπλές συμφύσεις, ενδομητρίωση ή άλλες παθολογικές καταστάσεις.

Ποιές χειρουργικές επεμβάσεις μπορούν να γίνουν λαπαροσκοπικά;
Σχεδόν όλες οι συμβατικές επεμβάσεις έχουν επιτευχθεί με τη λαπαροσκοπική μέθοδο – από αφαίρεση κύστεων ωοθήκης, σαλπιγγοτομή για εξωμήτριο κύηση, μέχρι ινομυωματεκτομή και ολική υστεροκτομή (αφαίρεση μήτρας) με βιοψία λεμφαδένων. Όλες αυτές οι επεμβάσεις είναι πλέον δυνατές με τα σύγχρονα μέσα, που διαρκώς εξελίσσονται για να καλύψουν τις ανάγκες της λαπαροσκοπικής χειρουργικής.
Σε περίπτωση υποψίας εξωμήτριας κύησης γίνεται η διάγνωση λαπαροσκοπικά και ακολουθεί είτε αφαίρεση της τυχόν κατεστραμμένης σάλπιγγας ή τομή κατά μήκος της και απομάκρυνση της παθολογικής και δυνητικά επικίνδυνης κύησης, αφήνοντας τη σάλπιγγα να επουλωθεί και με αυτό τον τρόπο να μη χάσει την ευκαιρία η γυναίκα να συλλάβει στο μέλλον φυσιολογικά. Η ανωτερότητα της λαπαροσκοπικής μεθόδου σε σύγκριση με το κλασσικό χειρουργείο στηρίζεται στη γρήγορη επαναφορά της ψυχολογικά βεβαρημένης γυναίκας στην οικογένεια και στην καθημερινή της ζωή, αποφεύγοντας παράλληλα την δημιουργία συμφύσεων , που ως γνωστόν επιδρούν αρνητικά στη γονιμότητα. Για αυτό το λόγο η λαπαροσκόπηση έχει γίνει ο «χρυσός κανόνας» στη διάγνωση αλλά και τη θεραπεία της εξωμητρίου κυήσεως.

Συμπερασματικά, η λαπαροσκόπηση, με τη διαγνωστική ακρίβεια, αποδοχή από τους ασθενείς για το αισθητικό αποτέλεσμα την αναίμακτη και ανώδυνη μετεγχειρητική πορεία και την άμεση επαναφορά στις δραστηριότητες τους, πήρε τη σκυτάλη από τις παραδοσιακές «ανοιχτές» χειρουργικές επεμβάσεις.